Πέθανε η Αμαλία Μεγαπάνου, μια γυναίκα που αγάπησε την Μύκονο και έκανε διακοπές πολλά καλοκαίρια στο πλευρό του Κ.Καραμανλή

Αποτέλεσε το σύμβολο μιας εποχής καθώς ταύτισε την ζωή της τόσο με τον πολιτικό ηγέτη Κωνσταντίνο Καραμανλή όσο και με την απόλυτη έννοια της κομψότητας.

Πέθανε σε ηλικία 91 ετών η συγγραφέας Αμαλία Μεγαπάνου, γυναίκα που ταύτισε τη ζωή της με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Η γνωριμία της με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή δημιουργήθηκε μέσω των πολιτικών σαλονιών και ο γάμος δεν άργησε να έρθει. Μια συμβίωση δύο διαφορετικών ανθρώπων αλλά κατά πολλούς και δύο διαφορετικών κόσμων. Η Αμαλία ήταν ευγενής και διακριτική, εκείνος νευρικός και ηγέτης.Ήταν η γυναίκα που το όνομά της συνδέθηκε με εκείνο του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η Μεγαπάνου τον ακολούθησε και στην εξορία του στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄60. Η σχέση τους όμως κράτησε μέχρι το 1972, όταν και αποφάσισε να πάρει διαζύγιο. Αιτία ήταν η δύσκολη συμβίωση, την οποία παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Καραμανλής. Η διαφωνία του Καραμανλή με το παλάτι, τον οδήγησε στο Παρίσι , το 1963. Εκείνη τον ακολούθησε στην εξορία. Όμως οι μεταξύ τους καυγάδες είχαν μείνει ιστορικοί. Πρωτοσέλιδο του περιοδικού «Οικογενειακός Θησαυρός» τα Χριστούγεννα του 1970, μιλά για πρώτη φορά ανοικτά για το διαζύγιό τους. Μετά από λίγους μήνες το περιοδικό επιβεβαιώνεται. Ο δυναμικός ηγέτης και η κομψή των Αθηνών χωρίζουν.

Μετά το διαζύγιό της με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η «ωραία των Αθηνών» θα παντρευτεί τον εφηβικό της έρωτα. Έναν εκ των ιδρυτών του Μαιευτηρίου «Μητέρα», τον γυναικολόγο Επαμεινώνδα Μεγαπάνο. Κράτησε το επώνυμό του μέχρι το τέλος. Στην συνέχεια της ζωής της που έγραφε βιβλία ως Αμαλία Μεγαπάνου υπέγραφε κι ας είχε χωρίσει και με τον Μεγαπάνο.

Δήλωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την απώλεια της Αμαλίας Μεγαπάνου

«Μία άξια Ελληνίδα που επί χρόνια υπηρέτησε τα γράμματα και μελέτησε τον λαϊκό μας
πολιτισμό δεν είναι, πια, κοντά μας. Η Αμαλία Μεγαπάνου διέτρεξε με ευθύνη και σεμνότητα
τη ζωή της, μιλώντας λίγο και πράττοντας πολλά.
Αισθάνομαι τυχερός που την γνώρισα από μικρός. Την θυμάμαι να κάνει στενή παρέα με τους γονείς μου, στο Παρίσι, στη διάρκεια της δικτατορίας, αλλά και, έπειτα, στην Αθήνα.
Εκπέμποντας πάντα ευγένεια, διακριτικότητα και κομψότητα.

Διαβάζοντας, αργότερα, τα βιβλία της, ταξίδεψα στη γνώση και στην ευαισθησία της. Και
διδάχτηκα την ισορροπία ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό. Πώς γίνεται μία
προσωπικότητα να πρωταγωνιστεί, επιλέγοντας ταυτόχρονα να μην βρίσκεται στο προσκήνιο.

Την αποχαιρετώ με συγκίνηση όπως, νομίζω, όλοι οι Έλληνες».